Trademark Process

Διαδικασία Κατοχύρωσης Εμπορικού Σήματος (Trademark)

Η διαδικασία κατοχύρωσης εμπορικού σήματος περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στάδια.

Επιλογή κλάσεων Νίκαιας (Nice Classification) – Ταξινόμηση σημάτων

Κάθε αίτηση για καταχώριση εμπορικού σήματος (trademark), είτε αφορά brand name είτε λογότυπο είτε όνομα επιχείρησης (επωνυμία ή ακόμα και διακριτικό τίτλο), συνδέεται απαραίτητα με συγκεκριμένες κλάσεις της Ταξινόμησης της Νίκαιας, δηλαδή το διεθνές σύστημα ταξινόμησης προϊόντων και υπηρεσιών.

Συνολικά προβλέπονται 45 κλάσεις. Κάθε κλάση συνοδεύεται από έναν τίτλο, ο οποίος παρέχει μια γενική ένδειξη των προϊόντων ή υπηρεσιών που περιλαμβάνει. Από αυτές, οι κλάσεις 1 έως 34 αφορούν προϊόντα (π.χ. ΚΛΑΣΗ 25: Ενδύµατα, υποδήµατα, είδη πιλοποιίας), ενώ οι κλάσεις 35 έως 45 αφορούν υπηρεσίες (π.χ. ΚΛΑΣΗ 42: Τεχνολογικές και επιστηµονικές υπηρεσίες και σχετικές υπηρεσίες έρευνας και σχεδιασµού. Υπηρεσίες βιοµηχανικής ανάλυσης και έρευνας. Σχεδιασµός και ανάπτυξη υλισµικού και λογισµικού ηλεκτρονικών υπολογιστών).

Η επιλογή κλάσεων αποτελεί κρίσιμο νομικό ζήτημα, το οποίο επηρεάζει τόσο την επιτυχή καταχώριση του εμπορικού σήματος στην Ελλάδα στην Ευρώπη κ.ο.κ.., όσο και τη μελλοντική αξιοποίηση του εμπορικού σήματος. Αν και η κατάθεση δήλωσης trademark στην Ελλάδα είναι από εκείνες με την πιο χαμηλή οικονομική δαπάνη στην ΕΕ, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή κλάσεων δεν χρειάζεται προσοχή. Για παράδειγμα, δεν είναι σωστή προσέγγιση να επιλέγουμε κλάσεις αφειδώς απλώς επειδή τα παράβολα είναι οικονομικά (20 ευρώ ανά πρόσθετη κλάση για ελληνικό σήμα). Η μη βέλτιστη επιλογή κλάσεων μπορεί να προκαλέσει πρόσθετες δαπάνες σε επόμενο στάδιο.

Ειδικότερα, η υπερβολικά ευρεία δήλωση κλάσεων μπορεί να συνεπάγεται εκτός από τα περιττά έξοδα (π.χ. παράβολα) και διευρυμένο κίνδυνο εμφάνισης αντιρρήσεων από τρίτους (ιδίως ανακοπές ή αιτήσεις ακυρότητας που στηρίζονται σε σχετικούς λόγους απαράδεκτου), οι οποίες με τη σειρά τους εκκινούν διαδικασίες που με βεβαιότητα συνεπάγονται δαπάνες για την επιχείρηση (από τη διαπραγμάτευση για τη συμβιβαστική επίλυση της υπόθεσης μέχρι και την έναρξη κάποιας αντιδικίας ενώπιον Δικαστηρίου ή του EUIPO). Από την άλλη πλευρά, μια δήλωση εμπορικού σήματος με περιορισμένο πεδίο ενδέχεται να αφήσει ακάλυπτες βασικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα η κατοχύρωση του εμπορικού σήματος να μην παρέχει ουσιαστική προστασία. Έτσι, η επιλογή των κλάσεων όσο και των όρων κάτω από αυτές τις κλάσεις πρέπει να γίνεται με προσοχή: ούτε εξαιρετικά διευρυμένο πεδίο, αλλά ούτε και μικρότερο από αυτό που μπορεί πραγματικά να ενδιαφέρει την επιχείρηση.

Η επιλογή μιας ή περισσότερων κλάσεων μεταξύ των 45 όμως δεν ολοκληρώνει το έργο μας. Κάθε κλάση από τις 45 περιλαμβάνει έναν ευρύ κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών, από τον οποίο ο ενδιαφερόμενος πρέπει να επιλέξει τους όρους που τον ενδιαφέρουν (για παράδειγμα, υπό την Κλάση 25 μπορεί ο ενδιαφερόμενος να επιλέξει γραβάτες, γιλέκα, παπούτσια, γάντια κτλ). Παρά ταύτα, πολλές φορές είναι αναγκαία η χειροκίνητη εισαγωγή (διατύπωση) των προϊόντων ή υπηρεσιών, ιδίως εφόσον ο εξειδικευμένος επαγγελματίας κρίνει ότι οι υφιστάμενοι όροι δεν επαρκούν και ότι απαιτείται ακριβέστερη περιγραφή, προσαρμοσμένη στην περίπτωσή σας. Σύμφωνα άλλωστε με τα ίδια τα EUIPO Guidelines (τελευταία έκδοση: ed. 2025) «παρότι έχει επανειλημμένα αναθεωρηθεί, εξακολουθεί ορισμένες φορές να υστερεί σε σχέση με τις ταχείες αλλαγές στην εξέλιξη των προϊόντων στις αγορές. Επιπλέον, η διατύπωση των τίτλων των κλάσεων χαρακτηρίζεται ενίοτε από ασάφεια και έλλειψη ακρίβειας».

Με απλά λόγια: αυτό που επιδιώκει να προστατεύσει ο ενδιαφερόμενος δεν αντιστοιχεί πάντοτε αυτούσιο στις τυποποιημένες ενδείξεις της Ταξινόμησης της Νίκαιας. Η ορθή επιλογή των κλάσεων και η στη συνέχεια σωστή εισαγωγή των κατάλληλων προϊόντων/υπηρεσιών αποτελεί βασικό στάδιο της κατοχύρωσης εμπορικού σήματος και επηρεάζει άμεσα το εύρος προστασίας του brand (εννοείται τόσο στην offline φυσική αγορά όσο και σε online επίπεδο όπως π.χ. σε επίπεδο domain name, ζητήματα e-shop, όνομα επίσημου λογαριασμού στα social media κτλ). Αυτό το στάδιο είναι τόσο σημαντικό ώστε υπάρχουν ειδικές οδηγίες για την διατύπωση των προϊόντων και υπηρεσιών, νομολογία και αντίστοιχα Guidelines και Common Practices. Όλα αυτά διασφαλίζουν την ασφαλή καταχώριση και την απροβλημάτιστη ζωή του εμπορικού σήματος. Δυστυχώς όμως συχνά στην πράξη αυτό το στάδιο υποτιμάται και δεν του παρέχεται η δέουσα σημασία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν προβλήματα - όταν όμως πια θα είναι αργά και θα είναι μη αναστρέψιμα - και αυτό να ζημιώνει τις επιχειρήσεις οι οποίες έως τότε ήταν εφησυχασμένες ότι όλα βαίνουν καλώς.

Επιλογικά, το στάδιο αυτό συνδέεται άμεσα τόσο με την επιτυχή υποβολή της αίτησης trademark άμεσα, όσο και με την αποφυγή μελλοντικών νομικών ζητημάτων, όπως ακυρώσεις, περιορισμοί ή αδυναμία άσκησης δικαιωμάτων. Επίσης, επηρεάζει έμμεσα ζητήματα όπως η μεταβίβαση εμπορικού σήματος ή η επίκληση δικαιώματος προτεραιότητας.

Για τον λόγο αυτό, η συνδρομή εξειδικευμένου δικηγόρου εμπορικού σήματος (trademark) είναι κρίσιμη, προκειμένου η καταχώριση εμπορικού σήματος να είναι ουσιαστικά αποτελεσματική και όχι απλώς τυπικά ολοκληρωμένη.

Έλεγχος απόλυτων λόγων απαραδέκτου (absolute grounds of refusal)

Πριν καταθέσετε την αίτηση εμπορικού σήματος (δήλωση κατάθεσης σήματος) είναι απαραίτητος ένας ενδελεχής έλεγχος απόλυτων λόγων απαραδέκτου (absolute grounds of refusal) από έναν εξειδικευμένο δικηγόρο εμπορικών σημάτων (άρθρο 4 του νόμου 4679/2020 για το εθνικό εμπορικό σήμα και άρθρο 7 Κανονισμού 2017/1001 ΕΕ για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Ο προηγούμενος έλεγχος των απόλυτων λόγων απαραδέκτου από δικηγόρο που είναι εξειδικευμένος στα εμπορικά σήματα είναι αναγκαίος διότι κατά τη διαδικασία κατοχύρωσης εμπορικού σήματος, ένας υπάλληλος (ο Εξεταστής) του αρμόδιου Γραφείου π.χ. του ΟΒΙ αν μιλάμε για ελληνικό εθνικό εμπορικό σήμα ή του EUIPO αν μιλάμε για ενωσιακό εμπορικό σήμα (παλιότερα ήταν γνωστό και σαν κοινοτικό εμπορικό σήμα, ωστόσο πλέον ο όρος δεν είναι σωστός και έχει αντικατασταθεί από τον όρο «ενωσιακό») θα ελέγξει ακριβώς αυτούς τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου. Αν συντρέχει έστω κι ένας από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου του εμπορικού σήματος, η δήλωση σήματος θα απορριφθεί ακόμα και αν δεν συντρέχει καμία απολύτως σύγκρουση (π.χ. ανεξαρτήτως κινδύνου σύγχυσης με άλλο εμπορικό σήμα και λοιπά δικαιώματα).

Οι λόγοι απόλυτου απαραδέκτου ορίζονται στο άρθρο 4 του νόμου 4679/2020. Οι έννοιες που αναφέρονται εκεί (π.χ. τι είναι περιγραφικό και τι όχι, τι διαθέτει διακριτική ικανότητα και τι όχι, τι είναι αντίθετο στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη, πότε μπορεί να γίνει δεκτό ότι συντρέχει επίκτητη διακριτική ικανότητα) αποτελούν έννοιες που καθορίζονται από την πρακτική και τις αποφάσεις (νομολογία) κυρίως του Δικαστηρίου της Ε.Ε., αλλά και από τον EUIPO. Αυτές τις κρίσεις ακολουθεί και η ελληνική νομολογία. Οι τάσεις στο πεδίο του δικαίου των εμπορικών σημάτων βρίσκονται υπό συνεχή διαμόρφωση (η νομολογία είναι εξελισσόμενη και μεταβαλλόμενη). Για αυτό, η εκτίμηση κάθε περίπτωσης από δικηγόρο εμπορικού σήματος με αληθινή εξειδίκευση είναι απαραίτητη πριν από οποιαδήποτε αίτηση trademark. Σε αρκετά ζητήματα εκείνο που ίσχυε πριν από κάποιο διάστημα δεν ισχύει και σήμερα. Έτσι η συνεχής και αδιάλειπτη ενημέρωση του δικηγόρου εμπορικών σημάτων και η αποκλειστική ενασχόλησή του με το συγκεκριμένο τομέα είναι απαραίτητη για την επιτυχή έκβαση της υπόθεσής σας και τη διασφάλιση ότι δεν θα προκύψουν ζητήματα στο μέλλον.

Έλεγχος διαθεσιμότητας σήματος (trademark availability search)

Όπως σημειώσαμε ανωτέρω, ο Εξεταστής κατά την έρευνα για τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου δεν εξετάζει τυχόν προγενέστερα δικαιώματα άλλων και την τυχόν σύγκρουση με αυτά. Αυτό το είδος ελέγχου αφορά μια άλλη κατηγορία απαραδέκτων: τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου (relative grounds of refusal - άρθρο 5 του νόμου 4679/2020 για το εθνικό εμπορικό σήμα και άρθρο 8 του Κανονισμού 2017/1001 ΕΕ για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Έτσι, πριν την κατάθεση οποιασδήποτε δήλωσης κατάθεσης σήματος, διενεργείται και μια πλήρης αναζήτηση και διευρυμένος έλεγχος για το εμπορικό σήμα που σας ενδιαφέρει σε περισσότερες βάσεις δεδομένων (π.χ. μητρώα εμπορικών σημάτων, επωνυμιών, διακριτικών τίτλων κτλ.). Επίσης, διαφορετικά μητρώα μας ενδιαφέρουν αν πρόκειται για εθνικό σήμα (π.χ. ελληνικό, αγγλικό, αμερικανικό ή κινεζικό) και διαφορετικά αν πρόκειται για σήμα της Ε.Ε. . Για παράδειγμα, αν μιλάμε για εμπορικό σήμα της Ε.Ε., μας ενδιαφέρουν και προγενέστερα εμπορικά σήματα της Πολωνίας ή της Γερμανίας ή της Ολλανδίας κτλ. (δηλ. Κρατών της Ε.Ε.), και άρα θα πρέπει να ελεγχθούν και αυτά, ούτως ώστε αν εντοπιστεί σύγκρουση, να προταθούν τυχόν κατάλληλες τροποποιήσεις για το προς κατάθεση εμπορικό σήμα ώστε η θέση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης να είναι ευνοϊκότερη. Έτσι, σε αυτό το στάδιο ελέγχουμε για παράδειγμα τυχόν παρόμοια ή ταυτόσημα trademarks που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση σημάτων και, ως εκ τούτου, σε απόρριψη της αίτησης ή, ακόμα χειρότερα, σε ακύρωση του σήματος στο μέλλον, ακόμη και αν αρχικά έχει καταχωριστεί επιτυχώς.

Αυτό που αναφέραμε προηγουμένως, δηλαδή ότι η εξειδίκευση του δικηγόρου που θα αναλάβει την υπόθεσή σας αποτελεί την βασική διασφάλισή σας τόσο για την αποδοχή της αίτησης όσο και για τη μη δημιουργία (κοστοβόρων) προβλημάτων στο μέλλον, ισχύει φυσικά και για τους σχετικούς λόγους παραδεκτού. Το αν ένα σήμα μοιάζει με κάποιο άλλο, πόσο πρέπει να μοιάζει, πόσο ομοιάζουν τα προϊόντα της δήλωσης και οι λοιποί παράγοντες, αποτελούν νομικά ζητήματα, για την ερμηνεία των οποίων είναι, ξανά, κρίσιμη η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Είναι λάθος και επικίνδυνο να βασιζόμαστε στην προσωπική μας αντίληψη ή στην αντίληψη ενός, στην πραγματικότητα, μη εξειδικευμένου επαγγελματία για την προσέγγιση τέτοιων ζητημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι και για τα ζητήματα αυτά εκδίδονται και γράφονται βιβλία και μελέτες σε ολόκληρο τον κόσμο εδώ και δεκαετίες.

Σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων, στις οποίες εντοπίζεται κίνδυνος σύγχυσης, κάποιος μη ειδικός θα θεωρούσε ότι δεν τίθεται κάποιο ζήτημα. Ο λόγος είναι ότι η εξέταση των ζητημάτων που αφορούν σε εμπορικό σήμα δεν βασίζεται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, αλλά σε συγκεκριμένα κριτήρια και ειδικότερους κανόνες που θέτει η νομολογία της Ε.Ε. . Στην ελληνική επιστήμη ο Γιάννης Ψαράκης έχει συγγράψει τη μονογραφία «Ο κίνδυνος σύγχυσης στο δίκαιο του σήματος», όπου αναλύονται διεξοδικά οι σχετικοί κανόνες και η οποία εκδόθηκε το 2021 από τη Νομική Βιβλιοθήκη και στην οποία παραπέμπουν άρθρα και μελέτες στην ημεδαπή.

Παροχή Εξειδικευμένων συμβουλών προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε περίπτωσης

Στην πραγματικότητα είναι σπάνιο να διενεργηθεί ένας πλήρης και εξειδικευμένος προέλεγχος εμπορικού σήματος που ενδιαφέρει συγκεκριμένη επιχείρηση (π.χ. λεκτικό σήμα, απεικονιστικό σήμα με λέξεις ή μόνο με εικόνα κ.ο.κ.), χωρίς να εντοπιστεί συγκεκριμένος κίνδυνος και ζητήματα τα οποία θα πρέπει να φροντίσουμε πριν την υποβολή δήλωσης κατάθεσης εμπορικού σήματος. Αυτό είναι και λογικό, αν σκεφτούμε ότι ακόμα και αν αναφερθούμε μόνο σε εμπορικά σήματα (σημειώνουμε ότι ένα σήμα μπορεί να απορριφθεί, να δεχθεί αγωγή, ή να ακυρωθεί στο μέλλον κ.ο.κ. και στη βάση άλλων λόγων και δικαιωμάτων π.χ. ακόμα και λόγω μη καταχωρισμένου σήματος που προϋπάρχει στην αγορά αλλά όχι στο Μητρώο) σήμερα υπάρχουν περισσότερα από 140 εκατομμύρια εμπορικά σήματα στη βάση δεδομένων του ΤΜview (βάση η οποία είναι συνδεδεμένη με τα περισσότερα μητρώα εμπορικών σημάτων).

Έτσι συχνά από πρακτική πλευρά ένας καλός τρόπος να διαπιστώσουμε αν έχει γίνει σοβαρή δουλειά από τον επαγγελματία που εμπιστευόσαστε είναι το αν έχει δεχθεί να περάσει το εμπορικό σήμα όπως ακριβώς του το στείλαμε, χωρίς να κάνει καμία πρόταση και χωρίς να εντοπίσει κανένα ζήτημα. Αποστολή του δικηγόρου είναι να τον εντοπίσει πριν είναι αργά και να αφαιρέσει τον παράγοντα κινδύνου από το σήμα ούτως ώστε και να εγκριθεί αλλά και να μην σας προκαλέσει περιπέτειες και περιττά έξοδα στο μέλλον ή ακόμα και απαγόρευση χρήσης και αποζημιώσεις.

Μάλιστα, ακόμα και αν το όνομα έχει επιλεγεί από επαγγελματία, π.χ. copywriter/marketing agency, ο όποιος έλεγχος δεν θα είναι επαρκής διότι, απολύτως κατανοητά και όπως προκύπτει από την καθημερινή εμπειρία μας, στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν τις γνώσεις που απαιτούνται. Για τον σκοπό αυτό, κατόπιν εξειδικευμένης μελέτης εντοπίζουμε τις περιοχές κινδύνου του σήματός σας και γίνονται προτάσεις προκειμένου αυτές να θεραπευθούν, συνήθως σε επικοινωνία με τον γραφίστα σας ώστε αυτές να ενσωματωθούν στο σήμα. Σκοπός είναι να προκύψει το βέλτιστο εμπορικά αλλά και νομικά αποτέλεσμα για την επιχείρηση.

Αυτές οι αλλαγές φυσικά δεν γίνονται αυθαίρετα, αλλά κατόπιν μελέτης και σε συνάρτηση με τις νεότερες Κατευθυντήριες Οδηγίες του EUIPO (EUIPO Guidelines) και τις κατευθύνσεις της ενωσιακής νομολογίας. Το δίκαιο εμπορικών σημάτων είναι ενωσιακό δίκαιο (δίκαιο της Ε.Ε. – ο ελληνικός νόμος 4679/2020 για τα εμπορικά σήματα μεταφέρει στην ελληνική έννομη τάξη Οδηγία της Ε.Ε. και συγκεκριμένα την Οδηγία 2436/2015 ΕΕ) και για αυτό είναι αναγκαία και απολύτως απαραίτητη η εξειδίκευση η οποία δεν περιορίζεται μόνο στα ελληνικά δεδομένα. Ο ΟΒΙ και τα ελληνικά δικαστήρια οφείλουν να συμμορφώνονται στις κατευθύνσεις που παρέχονται από το Δικαστήριο της Ε.Ε.

Από την εμπειρία μας μάλιστα οι βελτιώσεις οι οποίες προτείνονται επί του σήματος στη συνέχεια ικανοποιούν και αισθητικά τις επιχειρήσεις και συχνά στο τέλος της διαδικασίας μας εκμυστηρεύονται ότι η νέα εκδοχή τους αρέσει περισσότερο από εκείνη με την οποία ήρθαν σε εμάς. Ο βασικός λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι ότι κάθε κίνηση γίνεται προσεκτικά, με την εμπειρία εκατοντάδων σημάτων και πώς αυτά δρουν στην πραγματική αγορά και λαμβάνοντας υπόψη και την εμπορική πτυχή και την επικοινωνία και με αποτελεσματική συνεργασία με τον γραφίστα και με τους λοιπούς επαγγελματίες που τυχόν εμπιστεύεται η επιχείρηση, ώστε ο καθένας να συνεισφέρει με το κομμάτι στο οποίο εξειδικεύεται και να προκύψει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Υποβολή Αίτησης για Κατοχύρωση Εμπορικού Σήματος & Παράβολα

Η κατοχύρωση εμπορικού σήματος (trademark) ξεκινά με την - κατόπιν πάντα κατάλληλης προετοιμασίας όπως περιγράψαμε ανωτέρω - υποβολή της αίτησης trademark στον αρμόδιο φορέα, ανάλογα με το εύρος προστασίας που επιδιώκεται (στον ΟΒΙ για Ελλάδα, στον EUIPO για σήμα Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον WIPO ή στα αντίστοιχα εθνικά γραφεία άλλων χωρών για προστασία στις υπόλοιπες περιπτώσεις).

Η κατοχύρωση εμπορικού σήματος γίνεται με ηλεκτρονική αίτηση εμπορικού σήματος. Παρ' ότι σύμφωνα με το νόμο μπορεί να είναι και έγχαρτη, η ηλεκτρονική δήλωση εμπορικού σήματος αποτελεί πλέον τον σχεδόν ανεξαίρετο κανόνα. Είναι πιο οικονομική, άμεση και παρέχει τα ίδια πλεονεκτήματα. Με την υποβολή της αίτησης (ηλεκτρονική ή έγχαρτη) εξασφαλίζεται άμεσα ημερομηνία κατάθεσης και άρα δικαίωμα προτεραιότητας από την ημέρα υποβολής.

Το δικαίωμα προτεραιότητας είναι κρίσιμο στην πράξη. Αν τρίτος αποκτήσει δικαίωμα ακόμη και μία ημέρα νωρίτερα, υπερισχύει σε περίπτωση σύγκρουσης. Για αυτό η άμεση υποβολή δήλωσης trademark έχει συχνά ουσιαστικό νόημα για την προστασία του brand name, λογοτύπου και ονόματος επιχείρησης. Δηλαδή αυτός είναι ένας λόγος που έχει νόημα η επιχείρηση να μην αμελεί την καταχώριση και να μην τη μεταθέτει χρονικά. Βέβαια αν και όλοι αναζητούν άμεση αίτηση εμπορικού σήματος, θα πρέπει να υπάρχει προσοχή και να γίνεται ο δέον έλεγχος ο οποίος εκ των πραγμάτων μπορεί να απαιτεί σημαντικό διάστημα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει κατάθεση εμπορικού σήματος την ίδια μέρα (ή ακόμα και την επόμενη). Είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να γίνει επαρκής και πραγματικός έλεγχος σε τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα. Πιθανότατα θα πρόκειται για μια πρόχειρη κατάθεση σήματος, η οποία ενώ τους πρώτους μήνες μπορεί να μην φανερώσει κάποια αδυναμία, ωστόσο θα μεταφέρει τις πλημμέλειές της στο μέλλον. Επιχειρήσεις με αντίστοιχη δυσάρεστη εμπειρία πρόχειρης δήλωσης, δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν μια αρχική καλύτερη συμβουλή (ή και αποκάλυψη του προβλήματος πριν επενδύσουν και οικοδομήσουν στο σήμα) παρά αυτό να αποκαλυφθεί αργότερα και να υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν το σήμα, πιθανώς να πληρώσουν και αποζημίωση και πάντως να υποχρεωθούν να χτίσουν από την αρχή ένα άλλο brand name.

Δηλαδή, η σωστή καταχώρηση εμπορικού σήματος προϋποθέτει πλήρη και πραγματικό προηγούμενο νομικό έλεγχο, ώστε να αξιολογηθούν εγκαίρως και οι απόλυτοι λόγοι απαράδεκτου αλλά και οι σχετικοί λόγοι απαράδεκτου. Έτσι δεν πρέπει να επιλέγουμε μια βιαστική και πρόχειρη κατάθεση – αυτό δεν συμφέρει την επιχείρηση. Η βάση της επιχείρησής μας, το εμπορικό σήμα που διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρουμε, ναι μεν είναι καλό να διασφαλίζεται χωρίς χρονοτριβές (και άρα δεν μεταθέτουμε χρονικά την έρευνα σημάτων και την κατάθεση της δήλωσης) αλλά δεν θα πρέπει να θυσιάζεται ο σωστός νομικός έλεγχος. Μια προσεκτική κι επιμελημένη αρχή στη ζωή του εμπορικού σήματος είναι πάντα προς το συμφέρον της επιχείρησης. Όπως αναφέραμε, στην πράξη, σοβαρός έλεγχος δεν γίνεται σε μία ή δύο ημέρες. Η βιαστική κατάθεση χωρίς έλεγχο μπορεί να οδηγήσει σε αρχική απόρριψη, αλλά κυρίως ανακοπή ή μελλοντική ακύρωση του trademark και αγωγές αποζημίωσης, ανάκλησης/καταστροφής προϊόντων κτλ. . Αυτός είναι και ένας βασικός λόγος για τον οποίο μια «οικονομική κατοχύρωση εμπορικού σήματος» αποδεικνύεται μια επιλογή που συχνά συνοδεύεται από πολλαπλάσια κόστη που προκύπτουν με την πάροδο του χρόνου.

Παράβολα & κόστη

Αναλυτικά παράβολα ΟΒΙ, EUIPO και SME Fund

Δείτε αναλυτικά τα παράβολα για κατοχύρωση στην Ελλάδα (ΟΒΙ) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (EUIPO), καθώς και τη δυνατότητα χρηματοδότησης μέσω SME Fund.

Δείτε αναλυτικά τα κόστη

6. Έλεγχος της δήλωσης εμπορικού σήματος

Όταν ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες ενέργειες από την πλευρά σας, έρχεται η στιγμή να γίνει ο έλεγχος από το γραφείο διανοητικής ιδιοκτησίας στο οποίο απευθύνετε την αίτηση. Για παράδειγμα, αν καταθέσατε αίτηση για εθνικό σήμα, θα την εξετάσει ένας υπάλληλος του ΟΒΙ (ο Εξεταστής).

Ο Εξεταστής ωστόσο εξετάζει αποκλειστικά τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου και δεν διενεργεί συνολικό έλεγχο του σήματος (για παράδειγμα δεν ερευνά τυχόν συγκρούσεις με προγενέστερα όμοια σήματα). Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το γεγονός ότι έγινε δεκτό το σήμα μας δεν θα πρέπει να μας καθησυχάζει. Μόνο ο εξειδικευμένος έλεγχος μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντά μας.

Έτσι, αν ο Εξεταστής εντοπίσει κάποιον από τους λόγους απόλυτου απαραδέκτου, θα σας ενημερώσει (ηλεκτρονικά) και θα απευθύνει αντιρρήσεις. Σε αυτή την περίπτωση μπορείτε να καταθέσετε υπόμνημα, όπου θα εκθέτετε τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να αλλάξει τη γνώμη του και τελικά να κάνει δεκτή την αίτησή σας. Αν δεν καταθέσετε υπόμνημα ή αν καταθέσετε και δεν το κάνει δεκτό, η αίτηση θα απορριφθεί και αυτή η απόρριψη θα δημοσιευθεί. Τα παράβολα και λοιπά έξοδα (π.χ. δικηγορική προείσπραξη, εφόσον καταθέσετε εμπορικό σήμα με δικηγόρο) δεν επιστρέφονται.

Επαναλαμβάνουμε ότι ο Εξεταστής εξετάζει μόνο τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου. Για παράδειγμα, αρκεί να σκεφτείτε ότι δεν ελέγχει αν μοιάζει το σήμα σας με κάποιο άλλο (κίνδυνος σύγχυσης ή προσβολή της φήμης: οι λεγόμενοι σχετικοί λόγοι απαραδέκτου). Δηλαδή, ακόμη και αν το σήμα σας προσβάλλει άλλο δικαίωμα, ο εξεταστής δεν έχει αρμοδιότητα να το ελέγξει. Άρα, θα το κάνει δεκτό. Συχνά οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι αφού έγινε δεκτό το σήμα τους, δεν προσβάλλει άλλο και δεν θα δεχθούν επιθετική ενέργεια. Αυτό όμως, για το λόγο που μόλις εξηγήσαμε, είναι λάθος. Για παράδειγμα, αν στη συνέχεια ο δικαιούχος αυτού του άλλου δικαιώματος το επιθυμεί, μπορεί είτε άμεσα (π.χ. την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της αποδοχής της δήλωσης από τον εξεταστή) είτε ακόμη και μετά από χρόνια, να στραφεί εναντίον σας και να ζητήσει την ακύρωση του σήματος, την ανάκληση προϊόντων και να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κτλ. .

Μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε η εξέταση και η κρίση του Εξεταστή ως προς τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου είναι τελειωτική, αφού μπορεί κάλλιστα ο έλεγχος να μην έχει γίνει σωστά και, παρά την αποδοχή του σήματος και τη λήψη αντίστοιχου πιστοποιητικού από τον ΟΒΙ ή τον EUIPO, κάποιος τρίτος (π.χ. ανταγωνιστής που θέλει να χρησιμοποιήσει ίδιο ή παρόμοιο σήμα) να καταθέσει στο μέλλον αίτηση στην οποία θα εκθέτει ότι το σήμα έπρεπε να απορριφθεί λόγω αυτών ακριβώς των λόγων και τελικά πράγματι να διαγραφεί το σήμα σας (π.χ. λόγω περιγραφικότητας). Με άλλα λόγια, θα αναφέρει ότι ο Εξεταστής έκανε λάθος και δεν έπρεπε να γίνει δεκτή η δήλωση. Τέτοιες υποθέσεις δεν είναι σπάνιες και δικάζονται καθημερινά.

Για αυτό, το επίπεδο των υπηρεσιών που λαμβάνουμε από τον επαγγελματία στον οποίο εμπιστευόμαστε την κατοχύρωση του εμπορικού μας σήματος δεν εξακριβώνεται κατά την αποδοχή της δήλωσης αλλά ούτε καν κι όταν λάβουμε το πιστοποιητικό καταχώρισης. Αντίθετα διαπιστώνεται από την μέσα στα χρόνια απροβλημάτιστη διαδρομή του εμπορικού σήματος χωρίς δικαστικές και εξώδικες διενέξεις (οι οποίες στην καλύτερη περίπτωση μπορούν να προκαλέσουν νομικά έξοδα, απώλεια χρόνου και αβεβαιότητα και στην χειρότερη διαγραφή του σήματος και απαγόρευση χρήσης αυτού και καταβολή αποζημίωσης) αλλά και από την αποτελεσματική προβολή του έναντι μελλοντικών ανταγωνιστών οι οποίοι πλησιάζουν – εκούσια ή ακούσια – το σήμα μας. Το ζητούμενο είναι όταν χρειαστούμε το εμπορικό σήμα μας, αυτό να είναι ισχυρό και να αποτελεί όπλο ακριβείας και όχι απλά «χάρτινο σπαθί».

Δημοσίευση & περίοδος Ανακοπής (opposition)

Εάν ο Εξεταστής κρίνει ότι δεν συντρέχει απόλυτος λόγος απαραδέκτου, το σήμα δημοσιεύεται. Τρίτοι έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν ανακοπή (opposition) εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (στον ΟΒΙ και στον EUIPO είναι 3 μήνες). Οι τρίτοι μπορούν να βασίσουν την ανακοπή τους σε όλους τους λόγους απαραδέκτου: είτε σε απόλυτους λόγους απαραδέκτου (επικαλούμενοι ότι ο εξεταστής έπρεπε να μη δεχθεί την αίτηση) είτε σε σχετικούς λόγους απαραδέκτου, αυτούς δηλαδή τους οποίους δεν είχε καν εξετάσει ο εξεταστής. Σε όλα αυτά έχουμε μερικώς ήδη αναφερθεί.

Η ανακοπή εξετάζεται από συγκεκριμένη επιτροπή σε κάθε γραφείο (στον ΟΒΙ από τη ΔΕΣ και στον EUIPO από το Τμήμα Ανακοπών, Opposition Division). Στην Psarakis Trademarks σημαντικός όγκος υποθέσεων που χειριζόμαστε αφορά στο στάδιο ανακοπών (είτε ενώπιον του ΟΒΙ είτε ενώπιον του EUIPO) με επιτυχή έκβαση σχετικές διαδικασίες ακόμη και στις πλέον απαιτητικές υποθέσεις.

Καταχώριση εμπορικού σήματος – 10ετής προστασία με δυνατότητα ανανέωσης

Εφόσον δεν υπάρξουν ανακοπές εντός της ταχθείσας προθεσμίας (τρίμηνο) ή αυτές απορριφθούν, το εμπορικό σήμα καταχωρίζεται επίσημα και εκδίδεται πιστοποιητικό. Η ισχύς του trademark είναι 10 έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για κάθε νέα δεκαετία. Δηλαδή, μπορεί κανείς να έχει αποκλειστικό δικαίωμα σε σήμα επ' αόριστον. Αυτό είναι ένα πλεονέκτημα του εμπορικού σήματος έναντι άλλων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (Intellectual Property Rights - IPRs), τα οποία είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος π.χ. βιομηχανικό σχέδιο (design) ή ευρεσιτεχνία (patent).

Η ανανέωση εμπορικού σήματος πραγματοποιείται με αίτηση του δικαιούχου κατά το τελευταίο εξάμηνο της δεκαετούς προστασίας και μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά. Σε περίπτωση μη ανανέωσης, παύει αυτοδικαίως η προστασία του σήματος. Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η ανανέωση του σήματος μπορεί να γίνει και μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών μετά τη λήξη της δεκαετίας, με αυξημένο τέλος ανανέωσης κατά 50%. Στην περίπτωση αυτή, όμως, ο δικαιούχος δεν μπορεί να αντιτάξει το σήμα του έναντι δικαιωμάτων που τυχόν γεννήθηκαν κατά το εξάμηνο που μεσολάβησε από τη λήξη του.

Η διαδικασία ανανέωσης εμπορικού σήματος είναι απλή και αυτή, και, σε αντίθεση με την καταχώριση, είναι σχετικά ασφαλές να γίνεται ακόμα και από την ίδια την επιχείρηση ή ακόμη και από μη εξειδικευμένο δικηγόρο εμπορικών σημάτων, αφού ο βασικός έλεγχος έχει ήδη γίνει κατά την καταχώριση.

Ξεκινήστε με σωστό νομικό έλεγχο

Ζητήστε αξιολόγηση πριν από οποιαδήποτε κατάθεση.

Επικοινωνία